Μία Πέμπτη του Μαρτίου.

Μαρ 16, 2016 by

Μία Πέμπτη του Μαρτίου.

Κάθομαι ήρεμη και πίνω ένα καφέ, καπνίζω ένα τσιγάρο. Είναι η ώρα να ξεκουραστώ και να δω τους φίλους μου, που δουλεύουν σε ένα γνωστό καφέ στο κέντρο. Όταν ξαφνικά, εμφανίζονται στην είσοδο πέντε μελαμψοί άνδρες. Κάθονται στα τραπέζια έξω από το μαγαζί. Sleeping bags, σχολικές τσάντες, κούραση στο βλέμμα τους. Ο μικρότερος ανάβει ένα τσιγάρο. Μία σερβιτόρα τους προσκαλεί να καθίσουν μέσα. Πέντε ελληνικοί, διπλοί, γλυκοί, με γάλα, η παραγγελία τους, και η παραδοχή ότι κοιτούσαν ώρα τον κατάλογο , για να μην παραγγείλουν κάτι που είναι ενάντια στη θρησκεία τους, αφού είναι μουσουλμάνοι.

Είναι Σύριοι, σκέφτομαι. Ρωτώ από πού είναι, και κάποιος μου απαντά ότι είναι από το Αφγανιστάν. Ξαφνικά, διάφορες εικόνες περνούν από το μυαλό μου: ένας τζιχαντιστής να αυτοθυσιάζεται, ένας κλέφτης να σπάει μία βιτρίνα ενός γνωστού καταστήματος… Αγχώνομαι. «Λες να μας συμβεί κάτι κακό, λες να μας κλέψουν τίποτα;», σκέφτομαι. Κοντοστέκομαι. Αναλογίζομαι τις σκέψεις μου. Ξαφνικά νιώθω μία τεράστια ντροπή. «Εσύ είσαι αυτή, με τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά, με τις σπουδές στις κοινωνικές επιστήμες, με την πτυχιακή πάνω στο μεταναστευτικό;» Σαν μία προσπάθεια να αντιμετωπίσω το φόβο μου, – γιατί ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσεις ένα φόβο είναι να τον δεις κατάματα- σαν μία προσπάθεια εξιλέωσης και επανόρθωσης απέναντί τους, αποφασίζω να τους γνωρίσω.

Ο μικρότερος, και αυτός που ξέρει τα καλύτερα αγγλικά, με προσεγγίζει πρώτος. «Από πού είσαι;» με ρωτάει. Του απαντώ ότι είμαι Ελληνίδα. Μου προσφέρει ένα τσιγάρο, και του αρνούμαι ευγενικά. Τον ρωτώ από πού είναι, και αν είναι η πρώτη του φορά στην Ελλάδα. Πού σκοπεύει να πάει μετά από εδώ; Μου απαντά ότι είναι από το Αφγανιστάν. Είναι η πρώτη του μέρα στη Ελλάδα, και ελπίζει να μείνει εδώ. Να μην τα πολυλογώ, μου λέει ότι περιμένει ένα φίλο του να έρθει να τον πάρει, για να μείνουν το βράδυ στο σπίτι του, και να φύγουν το πρωί στην Αθήνα. Προσπαθεί να συνεννοηθεί μαζί του στο τηλέφωνο με αποτυχία, οπότε μου τον δίνει μετά από πολλά, μήπως μπορέσω να συνεννοηθώ εγώ. Ο φίλος, με σπαστά ελληνικά και επιφύλαξη, ζητά να τους στείλω στο Κ.Τ.Ε.Λ. από όπου ήρθαν, για να τους βρει εκεί. Του λέω καλή τύχη, και να προσέχει. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που μπορεί να προσπαθήσουν να τον εκμεταλλευτούν. Φεύγουν με ένα ευχαριστώ.

Μένω με μία ικανοποίηση ότι έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα, ότι φέρθηκα σαν «καλή σαμαρείτησα», όπως μου είπε ένας γνωστός πελάτης του μαγαζιού, που ανησύχησε αρχικά, για το αν τα παιδιά αυτά μου προκαλούν πρόβλημα. Όμως, μετά από κανένα δίωρο επιστρέφουν. Ο φίλος τους είπε να γυρίσουν από εκεί που ήρθαν, και θα τους βρει εκεί. Είναι κουρασμένοι. Πίνουν ένα ποτήρι νερό και ξεκουράζονται. Ρωτώ τον μικρό από πού είναι ο φίλος του και πως τον γνωρίζει. Μου απαντά ότι είναι φίλος ενός φίλου. Δεν είναι σίγουρος. Επιμένω, μάλλον θυμωμένη πια, για το που θα μείνουν το βράδυ. Φοβάται. Μου λέει: «ελπίζω να μην σου δημιουργώ πρόβλημα». Φεύγει, και μετά από αρκετή ώρα φωνάζει τους δικούς του. Με χαιρετά: «σε ευχαριστώ πολύ, έλυσα το πρόβλημά μου». Δεν είμαι σίγουρη ότι αυτό συνέβη. Μάλλον το έλυσε προσωρινά, γιατί ένιωσε ότι πρέπει να μας αδειάσει τη γωνιά. Τον φαντάζομαι να κοιμάται κάπου έξω, μέχρι αύριο το πρωί που θα φύγει με τους φίλους του. Ένα αίσθημα συμπόνιας και απέραντης θλίψης με καταβάλλει. Που θα κοιμηθεί αυτός ο άνθρωπος; Τι θα απογίνει αυτό το παιδί;

Μετά την οριστική φυγή τους θα το χαρακτήριζα, προσπαθώ να αναλογιστώ τι μου συνέβη. Στο μυαλό μου έρχονται θεωρίες κοινωνιολογίας και κοινωνικής ψυχολογίας, που προσπαθούν να αναλύσουν τα φαινόμενα των διομαδικών συγκρούσεων, του ρατσισμού, και της κοινωνικής περιθωριοποίησης. Σκέφτομαι ότι ο ρατσισμός είναι κάτι το υπερβολικά πολύπλοκο. Μπορεί να συνδεθεί με την τάση των ανθρώπων και των ομάδων να αποδίδουν σε μια κατηγορία ανθρώπων συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ώστε να τους αναγνωρίζουν πιο εύκολα. Αυτά είναι τα γνωστά σε όλους μας στερεότυπα, τα χαρακτηριστικά των οποίων κατασκευάζονται από την ίδια την ομάδα, ή και από εξωτερικούς παράγοντες, όπως τα Μ.Μ.Ε. Όσον αφορά τη δική μου περίπτωση, μπορώ να θυμηθώ πληθώρα δημοσιευμάτων που έχω διαβάσει το τελευταίο διάστημα για το μεταναστευτικό και το προσφυγικό: «είναι εγκληματίες», « ένας από τους τζιχαντιστές στο Παρίσι πέρασε από την Ελλάδα», «πλήττουν την ελληνική οικονομία δουλεύοντας «μαύρα» και φοροδιαφεύγοντας, έναντι νόμιμων επιχειρήσεων».

Ο ρατσισμός μπορεί να συνδεθεί και με την ανάγκη της ομάδας να αισθανθεί ότι είναι πιο δυνατή, ότι υπερισχύει έναντι άλλων ομάδων, και ότι μπορεί να ανταποκριθεί ενάντια σε εξωτερικούς κινδύνους. Και ας μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο απόγειο της οικονομικής κρίσης. Σύμφωνα με θεωρητικούς της κοινωνικής ψυχολογίας, μια κοινωνία η οποία βρίσκεται σε κρίση, θα προσπαθήσει να ενεργοποιήσει τους ομοιοστατικούς της μηχανισμούς για να γλυτώσει τον κίνδυνο της εξαφάνισης. Στην προσπάθειά της να συσπειρωθεί και να επιζήσει ενάντιά στις προκλήσεις, μπορεί να χρησιμοποιήσει ένα εξιλαστήριο θύμα, πάνω στο οποίο θα ρίξει όλα τα δικά της λάθη. Αυτό είναι κάτι που παρατηρεί και ένα πολύ σημαντικό ρεύμα στην ψυχοδυναμική θεωρία και πρακτική: ένα χαρακτηριστικό των ανθρώπων που βρίσκονται σε κρίση (και κατ’ επέκταση των κοινωνιών που τους περιέχουν) είναι να εισέρχονται σε μία «σχιζοειδή», κατά κάποιον τρόπο, κατάσταση. Λόγω του άγχους που τους προκαλεί η κρίση, κάνουν μία ύστατη προσπάθεια να διαχωρίσουν τα καλά χαρακτηριστικά που τους έχουν απομείνει, από τα χαρακτηριστικά που είναι επικίνδυνα γι αυτούς, τα οποία και αποδίδουν πλέον σε εξωτερικά πρόσωπα. Ο μετανάστης, στο παρόν παράδειγμα, είναι αυτός που από εδώ και στο εξής θα φέρει αρνητικά χαρακτηριστικά και κινδύνους, αντί της κοινωνίας, που θα έχει πλέον μόνο ένα θετικό πρόσωπο, και όλα της τα καλά χαρακτηριστικά θα έχουν σωθεί.

Τι είναι λοιπόν ο μετανάστης ή ο πρόσφυγας; Είναι ένα πρόσωπο πάνω στο οποίο θα ρίξουμε όλη την επιθετικότητά μας για τα δικά μας λάθη. Μία μειονοτική ομάδα είναι πιο εύκολο να κατηγορηθεί, και να μας απαλλάξει από τις ενοχές μας σα λαό, γιατί δεν μπορούμε ουσιαστικά να διαχειριστούμε τα κοινωνικά και οικονομικά μας προβλήματα (άρα ο μετανάστης φταίει). Στο τέλος, μπορεί να αισθανθούμε περισσότερο δεμένοι και δυνατοί, φορείς καλών ιδιοτήτων και ικανοτήτων για μία πιθανή ανάκαμψη, όμως με ένα μεγάλο κόστος: ότι αρνούμαστε να δεχθούμε τα λάθη μας σαν δικά μας, και να διδαχθούμε από αυτά. Αλλά και ότι απορρίπτουμε μία ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι μπορεί να φέρουν γνώσεις, εμπειρίες, όρεξη να προσπαθήσουν για κάτι καλύτερο, και μία πληθώρα δημιουργικών σκέψεων για να μας βοηθήσουν.

Υ.Γ: Μήπως ο μετανάστης, ή ο πρόσφυγας, θα μπορούσε να είναι και ένα πρόσωπο που πιθανόν θα του επιτεθούμε λόγω του φθόνου μας προς αυτόν, καθώς κουβαλάει την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, κάτι που σε εμάς εκλείπει εδώ και πολύ καιρό;

The following two tabs change content below.
Εύα Μακρή

Εύα Μακρή

Κλινική ψυχολόγος, MSc Κλινικής Κοινωνικής Ψυχολογίας Α.Π.Θ.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *