Ένα αλλιώτικο Πάσχα

Μαι 2, 2016 by

Ένα αλλιώτικο Πάσχα

Μια εβδομάδα πριν την Κυριακή του Πάσχα περιμένοντας με ανυπομονησία να γυρίσω στην πόλη μου, να δω οικογένεια και φίλους, να χαμηλώσω για λίγο τους ξέφρενους ρυθμούς της καθημερινότητας και χτυπάει τηλέφωνο: Συνέντευξη για δουλειά. Ανέλπιστο γεγονός ανάμεσα στα αναρίθμητα βιογραφικά που στέλνονται από όλη τη νεολαία. Χωρίς πολλές προσδοκίες από μέρους μου, κλείνουμε ραντεβού την επόμενη. Είχα στο μυαλό μου πως θα είναι μια σαν όλες τις άλλες δηλαδή χωρίς ικανοποιητικές απολαβές, με εκτεταμένο ωράριο, κάπως δύσκολο περιβάλλον εργασίας και τα σχετικά, κάτι αρκετά σύνηθες στην Ελλάδα της κρίσης. Αποφασίζω πως θα πάω, μα με διαφορετικό αέρα αυτή τη φορά, χωρίς άγχος, χωρίς προετοιμασία, χωρίς έλλειψη ύπνου από την ανυπομονησία. Μόνο με την αλήθεια μου και το μυαλό μου κουβάρι. Σα να λέμε δηλαδή τι είχαμε, τι χάσαμε. Περιμένοντας αρκετή ώρα να έρθει η σειρά μου διαπίστωσα προς έκπληξή μου πως υπήρχε ιδιαιτέρως φιλικό κλίμα στο χώρο, πολλοί νέοι άνθρωποι, χαμόγελα και αγκαλιές και ένας σκύλος να περιφέρεται δίνοντας μια εσανς από μποέμικη ζωή κι εμένα όμως να παραμένω σε κατάσταση ζεν. Η συνέντευξη πήγε αρκετά καλά, έχοντας βέβαια εξοστρακίσει τις γνωστές μου κοτσάνες και παραδεχόμενη την αμάθεια μου σε κάποια ίσως και κομβικά ζητήματα. Έφυγα όμως από κει ελαφρύτερη και μέσα σε μια ώρα, το είχα κιόλας ξεχάσει. Την επομένη ξαναχτύπησε το τηλέφωνο και στην άλλη άκρη της γραμμής ακούστηκε μια φωνή: « αύριο έλα από εδώ γιατί μεθαύριο ξεκινάς». Παιδαγωγός στα κέντρα προσφύγων λοιπόν.

Όλα ωραία μέχρι εδώ, μα είχαμε μεγάλη εβδομάδα. Αν ξεκινούσα αύριο σήμαινε πως όλη την υπόλοιπη εβδομάδα θα ήμουν εκεί. Και το Πάσχα μου; Το αρνάκι μου; Τα κόκκινα αυγά και το τσούγκρισμα; («έχω μια μύτη ακόμη άσπαστη!») Η λαμπαδίτσα της νονάς μου; Τα δεδομένα της δουλειάς ήταν τέλεια, στο αντικείμενο μου και με παιδιά που έχουν πραγματική ανάγκη από βοήθεια, μα μακριά από το Πάσχα μου. Κάποιοι από το περιβάλλον μου αντέδρασαν λέγοντάς μου πως συνέχεια ξοδεύω το χρόνο μου μακριά από τα ιδανικά μου, μακριά από την οικογένεια μου, πως αναλώνομαι σε επιλογές χωρίς μέλλον, πως ζω μια ουτοπία, πως δεν μπορώ να βοηθάω συνέχεια όποιον έχει ανάγκες και πως δεν θα τα καταφέρω. Μα εμένα η ψυχούλα μου άλλα μου έλεγε. Αποφασισμένη λοιπόν να αφεθώ στη λογική του Παπάζογλου, είπα κι εγώ πως θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό.

Η πρώτη μέρα ήταν δύσκολη. Αν δεν το δεις από κοντά, ούτε που το χωράει ο νους σου. Τις πρώτες ώρες το μυαλό σου δουλεύει ασταμάτητα για να αποθηκεύσει στη μνήμη τις εικόνες που βλέπει το μάτι. Σκηνές κάμπινγκ μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι σου, ουρά ενός χιλιομέτρου για ένα κομμάτι ψωμί και ένα πράσινο μήλο, σειρά στο κουτί των γιατρών χωρίς σύνορα, παιδάκια και γονείς με ένα σαπούνι στο χέρι να ξεπλύνουν τις λάσπες από τα κορμιά τους στη μικρή βρυσούλα. Αλλά αυτή η ευγένεια… Πηγαίνεις να πλύνεις τα χέρια σου και σου προσφέρουν τη σειρά τους χωρίς δεύτερη σκέψη. Οι πρώτες λέξεις που είχαν μάθει κάποια από αυτά ήταν το ευχαριστώ και το παρακαλώ και τα άκουγες συνέχεια μαζί με το «my friend» ή το «μαντάμ» αν κάποιο από τα πιτσιρικάκια ήθελε να σε φωνάξει για να σου δείξει τη ζωγραφιά του. Στις ζωγραφιές κυριαρχούσε το μπλε, η θάλασσα και τα καράβια, πάνω στα οποία τοποθετούσαν τους εαυτούς τους, τους φίλους τους, την οικογένεια τους, τα αρκουδάκια τους. Ένα μικράκι έτρεξε κατά πάνω μου φωνάζοντας «αγκαλίτσα, αγκαλίτσα» και μετά μου έγραψε τη λέξη με κεφαλαία ελληνικά γράμματα πάνω στη ζωγραφιά του.

Δεν το βρίσκω βέβαια πολύ σκόπιμο να συνεχίσω να μιλάω για αυτά. Τα είδαμε και τα ακούσαμε χίλιες φορές. Μα ήταν εκείνο το αγόρι… Σε εκείνον που οφείλω το ομορφότερο Πάσχα της ζωής μου. Ήταν ένας έφηβος γεμάτος λαχτάρα, με μια ευγένεια αφοπλιστική, ένα σεβασμό στο βλέμμα του που σε καθήλωνε, μια καθαρότητα στα μάτια του, στις κινήσεις του, μια καλά κρυμμένη παιδικότητα. Ήταν αδύνατον να μην το παρατηρήσω γιατί το κινητό του έπαιζε ένα γνώριμο τραγούδι της Βανδή. Τον ρώτησα αν μιλάει αγγλικά και αφού μου απάντησε θετικά τον ρώτησα αν του αρέσει αυτή η μουσική. Αμέσως μου είπε το όνομα της γνωστής τραγουδίστριας και πως έχει όλο το άλμπουμ, μα το αγαπημένο του τραγούδι είναι ένα του Νταλάρα. Τον ήξερε κι αυτόν και μου βαλέ να το ακούσω. Δεν το ήξερα μα είχε μια πολύ όμορφη μελωδία. Ακούγοντας τους στίχους ανατρίχιασα κάπου στη μέση. «Σε ποια πέτρα σε ποιο χώμα να ριζώσεις τώρα πια, κι απ’ το θάνατο ακόμα πιο πικρή είσαι προσφυγιά». Το αγόρι αυτό το τραγούδησε σε σπαστά ελληνικά. Τον ρώτησα αν ξέρει τι σημαίνει. «it speaks for προσφυγιά. Προσφυγιά means refuges». Συνέχισε να μου μιλάει για τραγούδια, για ποίηση, για βιβλία. Μου μίλησε για τον Όμηρο, για την Οδύσσεια και την Ιλιάδα. Τα είχε διαβάσει και του άρεσαν πολύ. Μου είπε πως «Όμηρος» σημαίνει τυφλός και τον έλεγαν έτσι επειδή ήταν πράγματι τυφλός. Κι όλα αυτά καθισμένοι στις λάσπες, δίπλα από μια σκηνή και μια βρύση με ένα σαπούνι για εκατοντάδες ανθρώπους. Του ζήτησα να μου πει ένα δικό του ποίημα μα θυμόταν κάποιους στίχους μονάχα, πληροφορώντας με πως η μετάφραση από αραβικά σε αγγλικά το χαλάει λιγάκι. Συγκράτησα κάτι για μαύρους κύκλους και για τη ζωή που μοιάζει με τον καφέ. Πότε γλυκός, πότε πικρός. Τον ρώτησα αν έχει άλλα να μου πει. «I have some books… I had… but ICIS killed my dream». Ξαφνικά μου φάνηκε ο πιο δυνατός άνθρωπος στον κόσμο, ο πιο ψηλός, ο πιο όμορφος, ο πιο έξυπνος. Του ζήτησα αν ήθελε να μου πει την ιστορία του. Έμοιαζε με αυτά που ξέρουμε όλοι μας. Βόμβες, γκρεμισμένο σχολείο, βάρκες. Δεν τόλμησα να τον ρωτήσω για γονείς και φίλους. Δεν τόλμησα. Είχα μπροστά μου ένα νέο παιδί, μόνο του σε μια ξένη χώρα που μου μιλούσε για τον όμηρο, για ποίηση, για τραγούδια και για το πώς η ζωή μπορεί να αλλάζει μέσα στο χρόνο κι από τη μια στιγμή στην άλλη.

Δεν χρειάστηκα καμιά εκκλησία φέτος, κανένα κερί, καμιά προσευχή για να γαληνεύσω. Αυτή η κουβέντα ήταν η πιο δυνατή προσευχή που έκανα στη ζωή μου. Το τελευταίο που μου είπε ήταν πως η ζωή έχει μέσα της άλλη μια ζωή για μας οπότε έχουμε πάντα μια δεύτερη ευκαιρία. Αυτό μου είπε. Ο πρόσφυγας.

 

The following two tabs change content below.
Μικρή Ζοζεφίνα

Μικρή Ζοζεφίνα

Ονομάζομαι Κωνσταντίνα Γουτσίκα, (αν και ακούω καλύτερα στο Μικρή Ζοζεφίνα) και από πολύ μικρή αποφάσισα πως δεν θα μεγαλώσω. Παρόλα αυτά, κάποιοι μεγάλοι μου είπαν πως πρέπει να σπουδάσω κι έτσι αποφοίτησα από το Αριστοτέλειο από το τμήμα Νηπιαγωγών για να μπορώ να συνεχίζω να παίζω και να μαθαίνω με τα άλλα παιδιά χωρίς πρόβλημα. Στα παιδικά πάρτυ ντύνομαι νεράιδα, ξωτικό, κλόουν και.. τι άλλο; Παίζω! Καμιά φορά επειδή νιώθω λίγο μοναξιά φτιάχνω κούκλες, μόνη ή με τους μικρούς μου φίλους, για να έχω παρέα, και παίζω κουκλοθέατρο μαζί με τα άλλα παιδιά. Κάποιοι το λένε δημιουργική απασχόληση, εγώ το λέω τρόπος ζωής!
Μικρή Ζοζεφίνα

Latest posts by Μικρή Ζοζεφίνα (see all)

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *