ΤΟ ΛΙΒΑΔΙ ΤΗΣ ΣΑΜΟΝΤΙΒΑΣ

Ιαν 23, 2017 by

ΤΟ ΛΙΒΑΔΙ ΤΗΣ ΣΑΜΟΝΤΙΒΑΣ

ΤΟ ΛΙΒΑΔΙ ΤΗΣ ΣΑΜΟΝΤΙΒΑΣ

1

Για πολοστη φορα εβρισε την ωρα και την στιγμη που ειχε κατσικια μεσα στο κοπαδι του.

Ειχε ενα κοπαδι εκατο προβατων,αλλα για χατηρι των γονιων του ειχε και λιγα κατσικια μαζι με τα προβατα.

Τα προβατα ειναι πειθηνια ζωα,βοσκουν σε συμπαγες κοπαδι και δεν διασκορπιζονται και μολις αρχισει να τα χτυπαει λιγο η ζεστη, μαζευονται το ενα σχεδον πανω στο αλλο,σταματουν να βοσκουν και ψαχνουν καποια σκια να ξεκουραστουν. Τα κατσικια αντιθετως,εχουν την ταση να βοσκουν πολυ διασκορπισμενα,διανυουν τεραστιες αποστασεις και το μεσημερι συνεχιζουν να βοσκουν ανεπηρεαστα απο την ζεστη.

Το να εχεις πεντε κατσικια σε ενα κοπαδι προβατων αυτοματως σημαινε οτι αυτα θα απομακρυνονταν και θα εβοσκαν μονα τους ψαχνοντας για κλαδια και δεντρυλια, και θα ταλαιπορουσαν τον βοσκο περισοτερο απο οτι τον ταλαιπορουσαν εκατο προβατα.

Αυτο του συνεβαινε τωρα,μια κατσικα απομακρυνθηκε απο το κοπαδι και καπου πρεπει να χαθηκε,οσο και να το φωναζε, το κατσικι δεν ξεπροβαλε απο πουθενα.

Εβοσκε το κοπαδι του σε μια ομαλη βουνοπλαγια.

Οπου εναλασονταν αδιαπεραστες συσταδες πουρναριων με βουνισια λιβαδια,τις λεγομενες πουλιανες στην τοπικη διαλεκτο,και χωραφια με ελαιοδεντρα και σιταρια.

Ηταν ευκολο ενα ζωο να χωθει αναμεσα στα πουρναρια και εκει να το φαει καποιος λυκος που ενεδρευε, η να μπλεχτει στα βατα και τις αγριοτριανταφυλλιες και να ψοφησει απο την διψα και το στρες χωρις να μπορεσει να το βρει.

Το εψαχνε απο ωρα,ευτυχως ειχε αρχισει να χτυπαει η ζεστη και τα προβατα μαζευτηκαν κατω απο την σκια των σκορπιων καραγατσιων οπου ξαπλωναν ησυχα,ετσι μπορουσε να απομακρυνθει ησυχος, χωρις τον κινδυνο να του φυγει το κοπαδι.

Ομως και ο ιδιος ηταν κουρασμενος,ηθελε επιτελους να κλεισει τα προβατα στο μαντρι και να ξεκουραστει.

Και αντι για αυτο τωρα επρεπε να ψαχνει ενα θεοκαταρατο κατσικι το οποιο εξαφανιστηκε.

Το μισησε το κατσικι εκεινη την ωρα,δεν τον ενοιαζε ακομη και να το βρει μισοφαγωμενο απο καποιον λυκο, αρκει να το εβρισκε ωστε να ξερει τι απεγινε.

Περιπλανηθηκε αρκετη ωρα μεσα στους μαιανδρους και τους αδιεξοδους διαδρομους των πουρναριων βριζοντας και στα επισημα Ελληνικα και στην τοπικη διαλεκτο. Καποια στιγμη ο διαδρομος αναμεσα στα πουρναρια φαρδυνε,εγινε πιο βατος,καθως προχωρουσε γρηγορα,εστριψε δεξια και παρα λιγο να επεφτε σε ενα μικρο γκρεμο που βρεθηκε μπροστα του,υψους το πολυ δυο – δυομιση μετρων. Σταματησε με ετοιμοτητα,ηταν εξασκημενος στην ορεινη πεζοπορια, χρονια βοσκος.

Παρατηρησε το τοπιο που εβλεπε μπροστα του,πρωτη φορα το εβλεπε. Ηταν ενα μικρο λειβαδι, περιπου ορθογωνιου σχηματος,οπως υπολογιζε το πλατος του ηταν περιπου εικοσι ως τριαντα μετρα και το μηκος του ως εβδομηντα. Καποτε θα ηταν μεγαλυτερο,αλλα με τον καιρο η βλαστηση, τα πουρναρια και οι βατσινιες το κυριευσαν και το μικρυναν. Θυμιζε μικρογραφια κοιλαδας ετσι οπως το διεσχιζε κατα μηκος ενα μικροσκοπικο ρυακι βαθους λιγων εκατοστων που η παροχη του σε νερο εξαρτωνταν απο τις βροχες και την εποχη του ετους,στο κατω μερος του λειβαδιου υπηρχε  μια μικροσκοπικη λιμνουλα μεσα στην οποια χυνοταν το ρυακι,και αυτη βαθους λιγων εκατοστων,στην μια πλευρα της διακρινωταν μια τοιχοδομη σχεδον θαμενη. Απο αυτο φαινοταν οτι η λιμνουλα ηταν τεχνητη,αλλα τωρα ειχε θαφτει απο τα χωματα μεσα στο περασμα των χρονων. Η πουλιανα ηταν καταπρασινη και γεματη λουλουδια,ηταν ομορφη, ενω τριγυρω ο πουρναροτοπος σχηματιζε ενα αδιαπεραστο φραγμα.

Για αυτο και αυτος δεν την ειχε δει ποτε ως τωρα, ηταν δυσκολοπροσιτη τοποθεσια. Στο κεντρο της λιμνουλας ηταν η κατσικα,ψοφια. Την περιεργαστηκε αρκετα,δεν ειχε κανενα σημαδι βιαιου θανατου,αισθανθηκε ενοχες που ευχηθηκε προηγουμενως να την βρει νεκρη.

Εφυγε βιαστικα, ειχε ακομη πολυ δρομο να κανει και το μερος δεν του αρεσε,δεν του αρεσε καθολου,παρ’ολο που ηταν ομορφο.

2

Νωρις το βραδυ καθοταν στην καφετερια,η παρεα ηταν ετεροκλητη οπως συμβαινει αρκετες φορες στα χωρια,τους ειπε για το μερος που ανακαλυψε,για το οτι ποτε ως τωρα δεν το ειδε παρολο που συχνα εβοσκε το κοπαδι του εκει. ¨ Το ξερω το μερος ¨ ειπε ο κυρ Κωστας,ενας εβδομηνταρης συνταξιουχος που του αρεσε να συλλεγει και να διηγηται παλλιες ιστοριες ¨ λεγεται η πουλιανα της Σαμοντιβας η λιβαδι της Νεραιδας που θα λεγατε οι πιο νεοι,εχει μεγαλη ιστορια ¨. Ολοι σιωπησαν,περιμεναν ¨ Πες μας κυρ Κωστα ¨ τον παροτρυνε ο Δημητρης ο γιος του Παπα, ενας πενηνταρης που λατρευε να ακουει ιστοριες,σε μια εποχη που ολοι ηθελαν μονο να μιλουν,Ο Δημητρης ηταν φαινομενο,μπορουσε να ακουει ωρες ολοκληρες χωρις να διακοπτει. Ο Κυρ Κωστας ξεκινησε την διηγηση του ¨ Γυρω στο χιλιαεννιακοσια το χωριο μας ηταν τσιφλικι,το ειχε ενας Τουρκος μπεης,ομως ηταν διορατικος εβλεπε μπροστα,ηξερε οτι η Οθωμανικη αυτοκρατορια κατερρεε,οτι σε λιγα χρονια ολη η περιοχη μαζι και το τσιφλικι του Στο Σαβιακ, το χωριο μας θα περνουσε στα χερια ειτε των Ελληνων ειτε των Βουλγαρων,το αποτελεσμα θα ηταν ενα θα εχανε τα παντα και για αυτο αποφασισε να το πουλησει οσο ειχε αξια.

Ο νεος τσιφλικας ηταν χριστιανος, ενας ξενομεριτης απο τα βαθη της Τουρκιας,για τους κολληγους δεν αλλαξε τιποτε,τσιφλικας ο ενας τσιφλικας ο αλλος,σε ποιον θεο πιστευανε δεν ειχε σημασια,σημασια ειχε οτι παλι πινανε το αιμα του κολληγου. Ο νεος αφεντης εχτισε ενα γερο πετρινο κονακι στην πλαγια πανω απο το χωριο μας,σαν τους παλιους φεουδαρχες που χτιζαν τα καστρα τους στα βουνα για να διαφεντευουν τους καμπους. Το εχτισε εκει κοντα που βοσκουν τα προβατα του Γιαννη,κοντα στην πουλιανα της Σαμοντιβας.

Ηταν μονοχνωτος, σκληρος και εκμεταλλευτης, χειροτερος απο τον Μπεη. Ενα χρονο αργοτερα εφυγε για λιγο και επεστρεψε με γυναικα, παντρεμενος.

Η γυναικα του αφεντη ηταν πανεμορφη,κανενας δεν ηξερε για αυτην τιποτε,το μονο που ξεραν ηταν οτι ηταν καποια πολη,μορφωμενη απο αστικη οικογενεια, πως την επεισε να τον ακολουθησει στις ερημιες ηταν αγνωστο,αλλα τα χρονια εκεινα οι παντρειες γινοταν με προξενια, ισως να ηταν μια συναλλαγη με την οικογενεια της. Την γυναικα απο κοντα την ειδαν μονο οι γυναικες του χωριου που κανανε τις υπηρετριες στο κονακι,αντρας απο κοντα δεν την ειδε,ο αφεντης κουβαλουσε τα οθωμανικα ηθη του τοπου καταγωγης του. Την ζηλευε παθολογικα,δεν την αφηνε να βγαινει απο το κονακι,δεν ηθελε ουτε καν καλημερα να εχει με κανεναν,ελεγχε ακομη και την αλληλογραφια με τους γονεις της. Η γυναικα κλεισμενη στο κονακι,ζωντας με τον μονοχνωτο και αυταρχικο αφεντη μαραζωνε μερα με την ημερα,επαθε μελαγχολια. Ο τσιφλικας το παρατηρησε και επειδη ηξερε οτι η γυναικα του αγαπουσε τα λουλουδια,εφερε κηπουρους απο την πολη και της εκαναν εναν κηπο,εναν μικρο παραδεισο. Με παρτερια, με κιοσκια,με παγκακια,ακομη και μια  μικρη λιμνουλα εκανε.

Τις σπανιες φορες που εκανε καποια γιορτη και καλουσε κοσμο απο την πολη,πιο πολυ απο συμφερον,διοτι επρεπε να κλεισει καποια συμφωνια καποιες πωλησεις, καποιες αγορες,εκει εφερνε τους καλεσμενους του,εφερνε μουσικους,εφερνε μαγειρες και επικρατουσε γιορτινη ατμοσφαιρα και ολοι παινευαν  την οικοδεσποινα για τον ομορφο κηπο της.

Ολο ομως τον υπολοιπο χρονο επικρατουσε η θλιψη, οι βοσκοι απο μακρια μπορουσαν να δουν την γυναικα την ομορφη σαν νεραιδα,να καθεται ωρες ατελειωτες στον κηπο χωρις να κανει τιποτε,μονο απο μακρια μπορουσαν να την δουν,οποιος τολμουσε να πλησιασει ο Βουρδουλας του επιστατη τον εδιωχνε.

Ο κηπος της γυναικας ηταν εκεινο το μερος που βρηκε ο Γιαννης, καποτε κηπος, τωρα χερσοτοπος πουλιανα.

Η γυναικα μαραζωνε ωσπου αποφασισε να κανει το μεγαλο τολμημα,να φυγει,να επιστρεψει στους δικους της. Μια μερα την κοπανισε, δεν μπορεσε ομως να παει μακρια,εφτασε μεχρι την διπλανη κωμοπολη οπου την προφτασαν οι ανθρωποι του αφεντη.

Για αυτους τους ξενομεριτες το να τους εγκαταλειψει η γυναικα τους,ειναι προσβολη που θιγει τον πυρηνα της τιμης τους. Προτιμουν να δουν την γυναικα τους νεκρη,παρα να ξερουν οτι θα ζησει χωρις αυτους και ακομη χειροτερα οτι θα μπορουσε να βρει αλλον αντρα μετα απο αυτους. Οταν του την εφεραν ο αφεντης την πηγε στον κηπο,που τον εφτιαξαν μονο για χαρη της,ηθελε να της τονισει την αχαριστια της.

Εκει την εσφαξε με τα ιδια του τα χερια για να ξεπλυνει   την ατιμωση με το αιμα της,και εκει διεταξε να της κανουν τον ταφο,την εθαψε χωρις παπα οπως αρμοζει σε μια ατιμη γυναικα που προσβαλε την τιμη

του Αντρα της εγκαταλειποντας τον.¨

Η κυρ Κωστας εκανε μια παυση,ηπιε μια γουλια καφε.

 ¨τι απεγινε ο τσιφλικας ? ¨ ρωτησε καποιος ¨ δικαστηκε? Τον βαλαν φυλακη ¨  Ο κυρ Κωστας χαμογελασε ¨ εκεινα το χρονια ο μονος νομος ηταν ο νομος του τσιφλικα,ποια φυλακη μου μιλας ? Ο Αφεντης ηταν ηδη σκληρος,αλλα μετα τον φονο της γυναικας του σκληρηνε περισσοτερο,σχεδον μισοτρελος με την αυγη του ηλιου καβαλουσε το αλογο του, και με την παρεα του πιστου του επιστατη που τον ειχε φερει μαζι του απο το μερος που ηρθε,κατεβαινε στον καμπο,οπου με το μαστιγιο στο χερι επεβαλε στους κοληγους το θελημα του.

Ομως οι καιροι ειχαν αλλαξει,ο Μακεδονικος αγωνας ειχε φουντωσει,οι χωριανοι μας ειχαν χωριστει σε Πατριαρχικους και Εξαρχικους, το μισος ειχε φωλιασει στις καρδιες ολωνων.

Αλληλοσφαζονταν με σκληροτητα και μαεστρια,αδερφος τον αδερφο,γειτονας τον γειτονα μεχρι χτες παιδικοι φιλοι τωρα ηταν θανασιμοι εχθροι.

Οι ανθρωποι δεν ηταν πια οι φοβισμενοι κολληγοι που ηταν ως λιγα χρονια πριν,κοιμοταν με το πιστολι κατω απο το μαξιλαρι,εβοσκαν τα προβατα τους με το οπλο στο χερι,ηταν οργανωμενοι,ειχαν τα χερια τους βαμενα με αιμα  και μαλιστα αιμα αδερφικο.

Δεν ηταν δυνατον να ανεχτουν για πολυ ακομη την παραφροσυνη ενος τρελου τσιφλικα,ενος ξενομεριτη που σκοτωνε γυναικες. Ενα μεσημερι του Ιουνιου τα αλογα του Αφεντη και του επιστατη του διεσχισαν τις ουλιτσες του χωριου,τα σοκακια. Ηταν χωρις καβαλαρηδες, ολοι καταλαβαν τι εγινε,τους βρηκαν την αλλη μερα οι γυναικες που κατεβηκαν στον καμπο να τσαπισουν τα βαμβακια,ηταν δεμενοι πισθαγκωνα και ξεκοιλιασμενοι

Ειχαν ηδη αρχισει να φουσκωνουν και να βρωμοκοπουν.

Μετα την κηδεια τους οι χωρικοι, εξαρχικοι και πατριαρχικοι,ορμησαν στο κονακι και το λεηλατησαν, πηραν ακομη και τα κεραμιδια,σε λιγα χρονια δεν εμεινε τιποτε που να θυμιζει οτι καποτε υπηρχε κτισμα.

Ομως εμεινε κατι στον κηπο,η γυναικα του,μαραζωμενη αδικοσφαγμενη και αδιαβαστη δεν αναπαυτηκε ποτε,η ψυχη της τριγυρναει εκει εγινε Σαμοντιβα που λεμε εμεις, Νεραιδα.

Την ιστορια αυτην που σας ειπα την ακουγα απο τις γιαγιαδες οταν ημουν μικρος ¨.

3.

Καθε κυριακη ειχε ρεπο, ειχε βρει εναν βοσκο και τον αντικαθιστουσε,αλλιως ειναι δυσκολο για εναν κτηνοτροφο να εχει εστω και μια ελευθερη ημερα.

Ολη την εβδομαδα ενιωθε μια πολυ ισχυρη επιθυμια να ξαναπαει στο λιβαδι της Σαμοντιβας,δεν μπορουσε να την εξηγησει απλως την ενιωθε.

Πηγε με την μοτοσυκλετα ως το σημειο που ηταν βατο το εδαφος και μετα ακολουθησε το μονοπατι αναμεσα στα πουρναρια πεζος.

Οταν εφτασε,ειδε οτι το πτωμα της κατσικας ηταν ακομη στην λιμνουλα,ηταν πρησμενο και βρωμουσε,η δυσωδια δεν τον ενοχλουσε,ειχε συνηθισει να βλεπει πτωματα ζωων σε διαφορους βαθμους αποσυνθεσης,πλησιασε και το περιεργαστικε,πρασινες μυγες ζουζουνιζαν στο πτωμα. Του φανηκε παραξενο που η κατσικα ηταν αφαγωτη. Στο βουνο οταν ψοφουσε ενα ζωο,ως το αλλο πρωι το μονο που εμενε ηταν σκορπια κοκκαλα,το βραδι οι λυκοι και τα σκυλια το καταβροχθιζαν. Αυτο ηταν απειραχτο. Απομακρυνθηκε λιγο απο την κατσικα  και καθησε στην σκια κατω απο ενα Καραγατσι. Χαλαρωσε,καπνιζε και περιεργαζοταν το τοπιο. Υπεθεσε οτι καποια στιγμη θα τον πηρε ο υπνος,μαλλον πρεπει να κοιμηθηκε για λιγα λεπτα.

Του φανηκε οτι εβλεπε το λιβαδι,αλλα το εβλεπε οπως ηταν παλια,κηπος,κηπος περιποιημενος με παρτερια και λουδουδια,ειδε ανθρωπους,αντρες και γυναικες με ρουχα μια αλλης εποχης,ακουσε μουσικη,ομιλιες στα Τουρκικα και στα Ελληνικα και στην τοπικη διαλεκτο,ενιωθε σαν να ειναι και να μην ειναι μαζι τους,αισθανθηκε ενα αγγιγμα,ενα χερι να του χαιδευει το προσωπο,ανοιξε τα ματια,τιναχτηκε τρομαγμενος.

Για κλασματα του δευτερολεπτου ειδε ενα ομορφο προσωπο,μια γυναικα με γαλαζια ματια να σκυβει προς το μερος του,η εικονα χαθηκε. Ενιωσε μια ανατριχιλα,το μερος τον τρομαξε,το ονειρο ηταν ζωντανο,ολοζωντανο,εφυγε βιαστικα,αποφασισε να μην ξαναερθει.

Την επομενη Κυριακη ητανε παλι εκει,ολη την εβδομαδα ταλαντευοταν,ενιωθε εντονη,σχεδον ακατανικητη επιθυμια να ξαναερθει,ενιωθε διχασμενος,ενα κομματι του ηθελε να ξαναερθει και ενα του κομματι τον απετρεπε,το ακονισμενο του ενστικτο απο την εμπειρια της ζωης του ελεγε οτι εδω δεν ειναι καλο μερος για αυτον. Αλλα αποφασισε να ερθει για τελευταια φορα. Θυμηθηκε εναν φιλο του,εθισμενο στην κοκαινη,ο φιλος του,του ελεγε οτι καθε φορα,ηταν για τελευταια φορα. Ομως αυτος δεν ηταν ο φιλος του, ειχε ισχυρη θεληση. Αυτην την φορα καθησε σε αλλο μερος του λιβαδιου,ξαναπαρατηρησε το πτωμα της Κατσικας,ειχε αρχισει να διαλυεται,ομως ηταν αφαγωτο ακομη,

για καποιο λογο μεσα στο λιβαδι δεν μπαιναν ουτε λυκοι ουτε κορακια.

Καθοταν εκει αρκετη ωρα,δεν συνεβει τιποτε αξιολογο,το μερος του εφερνε ανατριχιλα τον φοβιζε,επρεπε να φυγει,αλλα μολις σηκωνοταν ηταν σαν εχανε την θεληση του και ξανακαθοταν,χρειαστηκε να επιστρατευσει ολη την εσωτερικη του δυναμη για να μπορεσει να παρει να παρει τον δρομο της επιστροφης.

Το βραδι πριν κοιμηθει ο νους του ηταν στο λιβαδι,το μερος ηταν επικινδυνο,τα ζωα με το οξυμενο ενστικτο επιβιωσης το ειχαν καταλαβει,αυτος ηταν ο λογος που δεν εμπαιναν μεσα,το κατσικι του ξεγελαστηκε,μπηκε και μεσα και το πληρωσε με την ζωη του.

Δεν πιστευε στις Σαμοντιβες,αυτα ηταν προληψεις,προιοντα αμαθειας και αγνοιας,πιστευε ομως στο ενστικτο του,και το ενστικτο του,του ελεγε να αποφυγει το λιβαδι γιατι μονο προβληματα θα του εφερνε. Στο μεσοδιαστημα μεταξυ εγρηγορσης και υπνου,αυτο το μισο δευτερολεπτο που κανουμε για να μεταβουμε απο το ενα σταδιο στο αλλο οταν μας παιρνει ο υπνος,μια εικονα περασε απο τον νου του,ενα ομορφο γυναικειο προσωπο,δυο ομορφα,θλιμενα γαλαζια ματια.Αυτα ηταν που τον καλουσαν στο λιβαδι και οχι το λιβαδι,αλλα ηδη κοιμοταν τον υπνο του δικαιου. Κυριολεκτικα του δικαιου,του ανθρωπου με την ησυχη συνειδηση,αν δεν κοιμοταν θα ειχε καταλαβει οτι αυτο το ομορφο προσωπο,αυτα τα γαλαζια θλιμενα ματια αυτα ηταν ο κινδυνος.

Αυτος το μονο που ηξερε ηταν οτι δεν θα ξαναπηγαινε εκει.

4.

Το καλοκαιρι ειχε τελειωσει,ηταν ηδη Νοεμβριος σχεδον ειχαν περασει πεντε μηνες απο τοτε που ανακαλυψε το λιβαδι. Σε οποιον τον ρωτουσε γιατι εχασε βαρος εδινε την ιδια απαντηση ¨ το καλοκαιρι με την ζεστη μου κοπηκε η ορεξη και δεν ετρωγα και καθως περπατουσα ολη μερα με το προβατα,παει το βαρος ¨. Στην πραγματικοτητα πηγε και ξαναπηγε στο λιβαδι,μολις εκλεινε τα ζωα στο μαντρι,ανεβαινε στην μοτοσυκλετα και ετρεχε στο λιβαδι,καθοταν εκει με τις ωρες,πολλες φορες οπως καθοταν,αντιλαμβανοταν με την γωνια του ματιου του μια γυναικα να τον παρακολουθει,ισα – ισα που την εβλεπε,μια φευγαλεα εικονα,μια γυναικα ασπροντυμενη,ξανθια,τα ματια της δεν μπορουσε να τα δει,αλλα ηξερε οτι ηταν γαλαζια,θλιμενα. Οταν εστρεφε το βλεμμα η εικονα εξαφανιζοταν. Δεν πιστευε στις Σαμοντιβες, αλλα τωρα ηξερε οτι η εικονα δεν ηταν παραισθηση,ηταν η ψυχη της Σαμοντιβας,τριγυρνουσε ακομη στον κηπο της ψαχνοντας για αγαπη,για την αγαπη που στερηθηκε οσο ζουσε. Οπως ομως λεγανε οι γιαγιαδες η αγαπη της Νεραιδας δεν ειναι ευλογια, ειναι καταρα,διοτι οποιον αγαπησει η Σαμοντιβα τον καταβροχθιζει,του τρωει την ψυχη. Ετσι ολο το καλοκαιρι πηγαινε εκει,αρχισε να του κοβεται η ορεξη,δεν μπορουσε να φαει τιποτε,πιεζε τον εαυτο του να φαει κατι για να μην πεσει κατω. Μεσα του λαμβανε χωρα μια τιτανια εσωτερικη συγκρουση,ηξερε οτι η Σαμοντιβα τον σκοτωνε,του ετρωγε την ζωτικη ενεργεια,αλλα ξαναπηγαινε,αυτο ηταν που τον εκανε να χασει την ορεξη του, ο υπνος του ηταν χαλια επισης.

Παρολο που ηταν κοινωνικος ανθρωπος και πολυ ομιλητικος,τωρα ναι μεν εβγαινε στις καφετεριες και τα μπαρ,και βρισκοταν με την παρεα του,αλλα καθοταν σιωπηλος,η σκεψη του ηταν μονο στο λιβαδι και την σαμοντιβα,ετσι προσποιουταν οτι ακουει και εμενε αμιλητος.,Εξαλου τι θα μπορουσε να πει απο αυτο ζει? Τιποτε. Η Σαμοντιβα τον ειχε γαντζωσει με την πεινασμενη της αγαπη και δεν μπορουσε να ξεφυγει, καποτε ειχε ζησει στο εξωτερικο,πιστευε οτι αν μπορουσε να επιστρεψει στην Ευρωπη ισωςνα γλιτωνε,αλλα ηταν αργα. Ειχε κυριευθει ολοκληρωτικα,δεν του αρεσε,αλλα ειχε αρχισει να το αποδεχεται. Η ζωη πραγματικα ηταν παραξενη,αυτος κυριολεκτικα πληρωνε τις αμαρτιες αλλονων,σκεφτοταν συχνα την ιστορια του λιβαδιου – κηπου,πληρωνε για εμπαθειες και πραξεις και αμαρτιες ανθρωπων που μεχρι εχτες αγνοουσε και την υπαρξη τους. Αλλα διατηρουσε ακομη καποια ιχνη αισιοδοξιας,πιστευε πως καποια λυση θα βρισκοταν.

5.

Τα προβατα παρολη την παροιμοιωδη βλακεια τους,εχουν την ικανοτητα να γνωριζουν και να απομνημονευουν τα δρομολογια που ακολουθουν προς τα βοσκοτοπια οταν βγαινουν για βοσκη,και προς το μαντρι οταν τελειωνει η βοσκη. Οι συγχωριανοι του καταλαβαν οτι κατι δεν παει καλα,οταν ειδαν το κοπαδι να κατεβαινει αργα το απογευμα τον δρομο απο το βουνο προς το μαντρι,αλλα βοσκος μαζι τους δεν υπηρχε,ειδοποιησαν κατευθειαν τους δικους του.

Οι δικοι του,του τηλεφωνουσαν αλλα δεν απαντουσε στο κινητο. Καναν ομαδες και τον ψαξαν,ειδοποιησαν την αστυνομια. Τον βρηκαν την αλλη μερα     στο λιβαδι     ,ηταν καθισμενος κατω απο το καραγατσι,γαληνιος,οπως ηταν γαληνιος στην ζωη του ετσι ηταν και στον θανατο του. Η αστυνομια που ηρθε απο την διπλανη κωμοπολη με επικεφαλης εναν αρχιφυλακα,αφου εκανε την ερευνα που επρεπε να κανει στον τοπο που βρεθηκε ο νεκρος πηρε το πτωμα του.

Το ιδιο  βραδι σε μια καφετερια της κωμοπολης,η παρεα του αρχιφυλακα ηταν μαζεμενη και παρακολουθουσε το ντερμπι,επαιζε η Εθνικη Ελλαδος.

Ο αρχιφυλακας παρ’ολο που ηταν φανατικος ποδοσφαιροφιλος,δεν παρακολουθουσε,το μυαλο του ηταν στο μερος που βρεθηκε το πτωμα,παρα το οτι δεν υπηρχαν ιχνη εγκληματικης ενεργειας ηταν σιγουρος οτι κατι του διεφευγε,δεν ηξερε τι ηταν αυτο,ομως επρεπε να το διερευνησει.

Αυριο θα πηγαινε στο λιβαδι.

The following two tabs change content below.
Γιάννης Βισέρης

Γιάννης Βισέρης

Ο Γιάννης Βισέρης γεννήθηκε και ζει στο Βαμβακόφυτο Σερρών , επαγγελματικά ασκεί μασάζ και Ρείκι με τον Βαθμό Του Μάστερ. Ασχολείται χομπιστικα με την μελέτη της λαογραφίας
Γιάννης Βισέρης

Latest posts by Γιάννης Βισέρης (see all)

Related Posts

Tags

Share This