Οι Πέτρες του Σαβαζιου

Οκτ 28, 2017 by

Οι Πέτρες του Σαβαζιου

Ο Νικολας σηκωθηκε ορθιος, ενιωθε την μεση του να τον σουβλιζει, ο ιδρωτας ετρεχε ποταμι απο το μετωπο του, ενω και το χιλιομπαλωμενο του πουκαμισο κολουσε στην πλατη του απο τον ιδρωτα, παρολο που ηταν Οκτωμβριος εκανε ζεστη και ο ηλιος εκαιγε. Αυτο ομως που τον εκανε μουσκεμα στον ιδρωτα ηταν η δουλεια που εκανε, μαζευε πουρναρια τα οποια ηταν απαραιτητα για να ψησει η γυναικα του ψωμι, φτωχος και ταλαιπορημενος μικροαγροτης οπως ολοι οι συγχωριανοι του, οπως ολοι οι χωρικοι της Ελλαδας, ο εμφυλιος ειχε τελειωσει μολις λιγα χρονια πριν και σε ολη την επαρχια επικρατουσε φτωχεια και δυστυχια, το χωριο του δεν αποτελουσε εξαιρεση. Ως και τα πουρναρια ηταν λες και συμετειχαν στην εξαθλιωση, το μεγαλυτερο, του εφτανε ως την μεση, ηταν αναγκασμενος να ειναι σκυμενος ολη μερα για να γεμισει μισο καρο, το μερος που μαζευε πουρναρια λεγοταν Πετρες και θεωρουνταν στοιχειωμενο, πολλοι χωρικοι το απεφευγαν, ετσι αυτος που δεν φοβοταν στοιχεια και φαντασματα ηρθε σε αυτο το μερος πιστευοντας οτι τα πουρναρια εδω θα ηταν μεγαλυτερα μια που οι χωρικοι θα απεφευγαν το μερος, ομως οπως φαινοταν υπηρχαν και αλλοι που ηταν σαν και αυτον και τα πουρναρια και εδω ηταν υλοτομημενα και οτι υπηρχε ηταν μικροσκοπικο. Πετρες λεγοταν το μερος διοτι εκει υπηρχαν υπολοιματα αρχαιων ερειπειων, κατι σπασμενοι και ριγμενοι καταγης σπονδυλοι απο αρχαιους κιονες. Ο Παπας του χωριου τους ελεγε την προφορικη παραδοση για τις πετρες οπως αυτος την ειχε ακουσει απο τους παλιοτερους και οι παλιοτεροι απο τους ακομη πιο παλιους.
Λεγανε λοιπον οτι τα παλια τα χρονια το μερος εδω ητανε κατοικητιριο δαιμονων, οι ανθρωποι που ζουσαν στην περιοχη αρνουνταν να δεχτουν την αληθινη πιστη και παρολο που ο Επισκοπος της περιοχης τους νουθετουσε, αυτοι ερχονταν στα κρυφα τις νυχτες και λατρευαν τους δαιμονες που κατοικουσαν στο κτισμα και στα ειδωλα που υπηρχαν μεσα στο κτισμα, ωσπου με τον καιρο η υπομονη του επισκοπου εξαντληθηκε, . Εστειλε εδω μια μεγαλη ομαδα ευλαβων καλογηρων οι οποιοι με επικαφαλης τον Φωτισμενο ηγουμενο τους, εκαψαν το κτισμα και εσπασαν τα ειδωλα μεσα στα οποια ζουσαν οι δαιμονες, τους δε ιερεις και ιερειες των δαιμονων τους σκοτωσαν επι τοπου και τους εστειλαν στην κολαση να συναντησουν τους δαιμονες που υπηρετουσαν οσο ηταν εν ζωη, τα πτωματα των ασεβων δαιμονολατρων τα αφησαν αταφα ωστε να παραδειγματιζονται οι τυχον μιμητες τους.
Ομως αυτος ακουσε και μια αλλη εκδοχη, λιγα χρονια πριν στο αποκορυφωμα του εμφυλιου, στο χωριο σταθμευσε μια διμοιρια στρατου για αρκετες εβδομαδες, επικεφαλης ηταν ενας εφεδρος αξιωματικος, φιλολογος στην πολιτικη του ζωη. Ο ανθυπολοχαγος τους ειπε οτι στα αρχαια χρονια η περιοχη που σημερα λεγεται Ανατολικη Μακεδονια καποτε λεγοταν Θρακη, το μερος οπου ειναι οι Πετρες ηταν Ναος οπου λατρευαν τον Θεο Σαβαζιο και την συνοδεια του απο μικροτερους Θεους και Νυμφες, ομως τον τεταρτο κ πεμπτο αιωνα Μετα Χριστον οι παλιες θρησκειες απαγορευτηκαν και καταδιωχτηκαν, οι ναοι και τα αγαλματα τους καστραφηκαν και οι Ιερεις τους εξοντωθηκαν.
Οταν ο ψαλτης του χωριου ειπε οτι στις πετρες κατοικουσαν δαιμονες και διαβολοι ο Ανθυπολοχαγος γελασε με την ψυχη του. Αυτα σκεφτοταν ο Νικολας τωρα και εκατσε λιγο στην σκια κατω απο το καρο να ξεκουραστει, να φαει ενα ξεροκοματο ψωμι και λιγο τυρι που ειχε στον τορβα του. Το τυρι ηταν ελαχιστο ενα μικροσκοπικο κοματι ισα ισα να δινει λιγη γευση στο ψωμι που αποτελουσε το κυριο γευμα του.
Παραδιπλα το μουλαρι του εβοσκε δεμενο στο σκοινι του, ενω δεμενη εβοσκε και μια κατσικα, οταν πηγαινε στο χωραφι η στο βουνο επαιρνε μαζι και την κατσικα του ωστε το ζωο να βοσκησει. Ατενισε την θεα μπροστα του, η βουνοπλαγια στην οποια βρισκοταν ηταν ομαλη και κατηφοριζε κυματιστη, αλλου υπηρχαν χωραφια, αλλου λιβαδια πρασινιζαν με το φθινοπωρινο χορτο και αλλου σχηματιζαν μπαλωματα οι συσταδες των πουρναριων, δασος δεν υπηρχε, μονο που και που διακρινοταν κανενα μοναχικο δεντρο, στους προποδες του βουνου βρισκοταν το χωριο του, απο εκει που ηταν ενα μερος του φαινοταν ολοκαθαρα, διακρινοταν τα πετροχτιστα σπιτια και οι αχυρωνες.
Μετα απλωνοταν ο καμπος, φαινοταν πολλα χωρια και στο βαθοςτου οριζοντα διακρινοταν το ποταμι, ο Στρυμονας, ο Θεος ποταμος οπως τους ελεγε ο ανθυπολοχαγος και προκαλουσε ριγη στους ευσεβεις συγχωριανους του με την μανια του να γεμιζει ολα τα μερη με ενα σωρον Θεους. Η εικονα του θυμιζε καρτ ποσταλ, ηταν πανεμορφη, αυτη η ομορφια της φυσης τον γαληνευε, την ειχε αναγκη την γαληνη, διοτι μεσα του καιγοταν. Περα απο την φτωχεια του στην οποια ηταν συνηθισμενος ειχε και το παιδι του αρρωστο, μολις δυο χρονων το αγορακι του εδω και μερες ηταν βαρια αρρωστο, ειχε ψηλο πυρετο και ηταν κατακοιτο, ηξερε οτι ηταν θεμα ημερων να καταληξει. Παρολο που οι αστοι ποιητες και συγγραφεις της πρωτευουσας συνεχεια γραφανε για την ειδυλιακη ζωη του χωριου, στην πραγματικοτητα η ζωη στα χωρια ηταν εξαιρετικα σκληρη, μια απο τις μεγαλυτερες πληγες ηταν η παιδικη θνησιμοτητα, τα μισα παιδια πεθαιναν πριν γινουν πεντε χρονων, οι γιατροι ηταν ανυπαρκτοι, και οταν υπηρχαν οι δυνατοτητες τους ηταν περιορισμενες ενω οι αμοιβες τους αστρονομικες, τουλαχιστον για τα βαλαντια των χωρικων. Οταν καποιος αρρωσταινε και απευθυνοταν σε γιατρο, ξεπουλουσε οτι ειχε, καποια αγελαδα ενα χωραφι η οτι αλλο ειχε και στο τελος παλι πεθαινε, εχοντας καταφερει μονο να αφησει την οικογενεια του οικονομικα κατεστραμενη. Οταν αρρωσταιναν τα παιδια δεν εμπαιναν καν στην διαδικασια να καλεσουν γιατρο, αφου δεν μπορουσαν αντεξουν τα εξοδα για ενα αποτελεσμα μαλλον αμφιβολο. Καλουσαν μονο τον παπα να διαβασει το παιδι και την μαμη του χωριου που εκανε τα γιατροσοφια της, αλλα τα μισα παιδια πεθαιναν η τα μισα επιζουσαν, εξαρταται απο την οπτικη γωνια πιυ εβλεπε κανεις τα πραγματα. Ο Νικολας απο μικρο παιδι θυμοταν συνεχως παιδια να πεθαινουν, τα μισα αδερφια του, τα μισα ξαδερφια του, τα γειτονοπουλα του, παιδια απο αλλες γειτονιες του χωριου, .
Παρολο που το χωριο με το ζορι εφτανε τους χιλιους κατοικους σχεδον καθε εβδομαδα ενα παιδι πεθαινε, ο αριθμος αναλογικα φαινοταν απιστευτος, ομως οι ανθρωποι παντρευονταν στα δεκαπεντε τους και οι γυναικες γεννουσαν σε ολη την διαρκεια του γονιμου βιου τους, ηταν πολυ συνηθισμενο φαινομενο να να ειναι εγκυοι ταυτοχρονα η πεθερα και η νυφη η μητερα και η κορη. Γενουσαν δωδεκα – δεκαπεντε παιδια η καθεμια και απο αυτα ενηλικιωνταν τα μισα, τοσο αποδεκτο μοιρολατρικα ηταν το να χανει μια γυναικα τα μισα παιδια της ωστε δεν μαυροφορουσαν σαν ενδειξη πενθους, φορουσαν μονο ενα μαυρο τσεμπερι οταν εθαβαν καποιο παιδι. Μαυρα ρουχα φορουσαν μονο οι χηρες οι οποιες επισης ηταν ουκ ολιγες, μια που ο μαυρος θεριστης εδρεπε παντοτε πλουσια σοδεια απο ολες τις ηλικιες. Τοσο εδραιωμενη ηταν η πεποιθηση του προωρου θανατου ωστε οταν παιδι γενιοταν το βαφτιζαν την πρωτη κυριακη απο την γεννηση του μην τυχον και πεθανει αβαπτιστο και παει στην κολαση. Οι ασεβεις και αθυροστομοι χωριανοι οι οποιοι ηταν αρκετοι, αν και φοβοταν να εκδηλωνονται ανοιχτα φοβουμενοι την κοινωνικη κατακριση, λεγανε οτι η πρακτικη της βαπτισης παιδιων λιγων ημερων αυξαινε την παιδικη θνησιμοτητα, μια που υγιεστατα μωρακια βαπτιζοταν μες στο καταχειμωνο στην εκκλησια που ηταν σαν καταψυκτης και υστερα αρπαζαν μια ξεγυρισμενη πνευμονια η πλευριτιδα και αποδημουσαν σε τοπο χλοερο. Αυτα σκεφτοταν ο Νικολας την ωρα που καθησε να φαει και να ξεκουραστει, ηδη πενθουσε το ετοιμοθανατο παιδι του και παρολο που αντρες δεν μαυροφορουσαν αυτος ειχε μαυροφορεσει την ψυχη του.
Εβγαλε το μπουκαλι με το τσιπουρο, την «ρακια» οπως την λεγαν στο χωριο του, παρολη την φτωχεια τους σε ολα τα σπιτια υπηρχε τσιπουρο, μια και οι χωρικοι ολοι ηταν αμπελουργοι, ηπιε μια γουλια και ενιωσε το καυτο υγρο να του καιει τα σωθικα. Κοιταξε γυρω του, τους σπονδυλους των κιονων, αναρωτηθηκε πως να ηταν εδω πριν δυο χιλιαδες χρονια οταν οι προγονοι του λ ατρευαν αλλους Θεους. Αραγε και αυτοι ζουσαν μεσα στην εξαθλιωση? Οταν αρρωσταιναν τα παιδια τους προσευχονταν συντετριμενοι στον Σαβαζιο ζητωντας βοηθεια? Αυτος ηδη καλεσε τον Παπα να του διαβασει μια παρακληση για να θεραπευτει το παιδι του, ο παπας ηρθε και διαβασε, αλλα το παιδι χειροτερεψε και αυτος εγινε φτωχοτερος κατα εναν κοκορα, την αμοιβη του παπα.
Αυθορμητα οπως κρατουσε το μπουκαλι, το εγειρε και εχυσε λιγο τσιπουρο στην γη «Σαβαζιε » ειπε ψιθυριστα » σωσε το παιδι μου «, ετσι τους ειχε πει ο Ανθυπολοχαγος οτι εκαναν οι Αρχαιοι αλλα το καναν με κρασι. Γελασε με τον εαυτο του, το παιδι του δεν θα το εσωζε κανενας. Ηπιε ακομη μια γουλια. Ηταν το μουλαρι που του εδωσε να καταλαβει οτι καποιος υπηρχε πισω του, σταματησε να βοσκει, σηκωσε το κεφαλι του και γυρισε τα αυτια του μπροστα. Ο Νικολας γυρισε το κεφαλι του και ειδε την κοπελα να καθεται σε εναν σπονδυλο, ανατριχιασε και παραξενευτηκε, το βρηκε πολυ αλλοκοτο να βλεπει μια νεα γυναικα να βρισκεται στις ερημιες μεσα στον πουρναροτοπο. Εμεινε αμιλητος και την παρατηρουσε, η κοπελα ηταν πολυ νεα οπως υπολογιζε το πολυ εικοσι.
Ηταν πολυ ομορφη και ντυμενη με ενα απλο ασπρο φορεμα, τραβηξε το βλεμμα του η ζωνη της που ηταν κοκκινη και τα παπουτσια της, φορουσε. . . . . . . . . πεδιλα, οκτωμβριος ηταν, μολις πηγαινε απογευμα εκανε κρυο, και στο βουνο γεματο το μερος με αγκαθια και ξεροκλαδα και το κοριτσι φορουσε πεδιλα, αλλα κρατησε τις σκεψεις του για τον εαυτο του και απλως την κοιτουσε. Το κοριτσι σηκωθηκε, ηρθε προς το μερος του, περπατουσε με ανεση αναμεσα στις πετρες και τα πουρναρια, του θυμισε κατσικακι, ζωηρο κ πολυ ομορφο. «Καλησπερα» του ειπε το κοριτσι, ο Νικολας ανταπεδωσε τον χαιρετισμο, η κοπελα ηρθε και καθησε διπλα του, χαμογελαστη. Ο Νικολας την ρωτησε απο που ηταν «απο την περιοχη» του ειπε η κοπελα, καπως αοριστα, παντως απο το χωριο τους δεν ηταν, εκει γνωριζονταν ολοι. Την προσκαλεσε να μοιραστουν το φτωχικο του γευμα, εφαγαν αμιλητοι, οταν εφαγαν ο Νικολας εστριψε τσιγαρο, καπνιζοντας την ρωτησε πως βρεθηκε στις πετρες, νεο κοριτσι μονο του «λεγομαι Δαφνη «ειπε η κοπελα» με εστειλε ο Κυριος μου να κανω καποια δουλεια, » Ο Νικολας κουνησε το κεφαλι του, καταλαβε, η Δαφνη ηταν υπηρετρια. «Υπηρετρια εισαι?» την ρωτησε, η Δαφνη χαμογελασε και απαντησε καταφατικα. Το να στελνουν οι αγροτες τα κοριτσια τους υπηρετριες ηταν επισης ενα πολυ συνηθες φαινομενο, εχοντας ενα κοπαδι παιδια η καθε οικογενεια και δυσκολευομενοι να τα ταισουν, μολις τα κοριτσια εβγαζαν το δημοτικο τα εστελναν σε καποιο σπιτι ως υπηρετριες σε ηλικιες δωδεκα η δεκατριων ετων. Εκει ηταν εικοσιτετραωρου απασχολησης, ατομα για ολες τις δουλειες στην απολυτη εξουσια του αφεντικου και της αφεντικινας, πολλες φορες κανοντας μπειμπι σιτινκ, παιδια και οι ιδιες η ξεσκατιζοντας καποιον παραλυτο γερο, και λαμβανοντας ως αμοιβη το φαγητο τους και τιποτε αποφορια αλλων παιδιων και ενα πενιχροτατο μισθο το οποιο εισπρατανε οι γονεις των παιδιων υπηρετριων και που αρκουσε ισα ισα να αγορασουνε δυο- τρια τσουβαλια σιταρι τον χρονο. Και ομως οταν καποιος εστελνε το κοριτσι του υπηρετρια θεωρουνταν τυχερος που απαλασοταν απο ενα στομα για ταισμα και χρειαζοταν μεσον για να καταφερει καποιος να βρει θεση υπηρετριας για την κορη του.
Ο Νικολας σηκωθηκε και αρχισε να φορτωνει τα πραματα του στο καρο, τελος το κοψιμο των πουρναριων για σημερα, η κοπελα προσφερθηκε να τον βοηθησει, μαζι φορτωσαν τα πουρναρια, εζεψαν το μουλαρι, εδεσαν την κατσικα πισω απο το καρο και ξεκινησαν για το χωριο, η Δαφνη θα εμενε σημερα στο σπιτι του και αυριο θα συνεχιζε τον δρομο της. Καθως κατηφοριζαν με το καρο εχοντας μπροστα τους την πανοραμικη θεα του καμπου ο Νικολας την ρωτησε αν εχει γονεις και που μενουν, η Δαφνη εδειξε αοριστα με το χερι της προς τον Στρυμονα που χρυσιζε απο τις απογευματινες ακτινες του ηλιου και ειπε «εκει ειναι ο πατερας μου» ο Νικολας καταλαβε οτι η κοπελα ειναι απο καποιο καμποχωρι αλλα δεν ηθελε να ειναι αδιακριτος και δεν εκανε περισσοτερες ερωτησεις.
Οταν εφτασαν στο σπιτι και μεχρι να ξεζεψουν το μουλαρι να το ποτησουν κ να το δεσουν στο σταβλο και υστερα να ξεφορτωσουν το καρο ειχε πλεον σουρουπωσει.
Ο Νικολας συστησε την Δαφνη στην γυναικα του και της ειπε οτι ηταν υπηρετρια και οτι σημερα θα εμενε στο σπιτι τους και αυριο θα πηγαινε στην δουλεια που ειχε να κανει για τον κυριο της, ρωτησε για το παιδι, πηγαινε χειροτερα. Οταν εφαγαν, η γυναικα αρχισε να στρωνει για να κοιμηθουν, φτωχο πετροκαλυβο, ενα δωματιο ολο και ολο, θα εστρωνε για την φιλοξενουμενη να κοιμηθει στην γωνια του δωματιου, στο ξυλινο πατωμα το » τσιουρντακ» οπως το λεγανε στην διαλεκτο τους. Στο ιδιο δωματιο ητανε και το κρεβατακι του μωρου, η Δαφνη πηγε να δει το κατακοιτο μωρο, ακουμπησε το χερι της στο μετωπο του, το παιδι εκαιγε, ηταν χλωμοτατο, χρωμα δεν ειχε μεινει πανω του, η αναπνοη ηταν ακανονιστη και εξαιρετικα αδυνατη, ηταν ολοφανερο οτι ηταν στα τελευταια του, η γυναικα του Νικολα ολοφανερα καταβεβλημενη, κοιταζε την Δαφνη βουρκωμενη και αμιλητη το ειχε παρει και αυτη αποφαση οτι χανει το παιδι της. Πριν ξαπλωσουν ο Νικολας χαμηλωσε το φως στην λαμπα πετρελαιου τυλιγοντας το φυτιλι, εξηγησε στην Δαφνη οτι κρατουσαν το φως αναμενο ολη νυχτα για να βλεπουν το μωρο αν κατι συμβει. Σε λιγο ηταν βυθισμενοι ολοι σε ενα κουρασμενο υπνο και δεν ακουγοταν τιποτε αλλο απο τις βαριες αναπνοες τους.
Γυρω στα μεσανυχτα ο Νικολας ξυπνησε, το δωματιο ηταν φωτισμενο, ενα φως εντονο, η Δαφνη στεκοταν διπλα στο κρεββατακι του μωρου και ειχε το χερι της στο κεφαλακι του και. . . . . . . . . . το φως που γινοταν ολοενα και εντονοτερο εβγαινε απο το χερι της απο το σημειο που ακουμπουσε το μωρο. Διπλα του η γυναικα ειχε ανοιξει και αυτη τα ματια της και παρακολουθουσε αναυδη. Το φως γινοταν ολοενα και εντονοτερο, τωρα ολοκληρη η κοπελα εξεπεμπε φως, ωσπου εγινε εκτυφλωτικο, ο Νικολας και γυναικα του εκλεισαν τα ματια μην μπορωντας να βλεπουν καταματα την κοπελα η οποια μες στην λαμπροτητα της ηταν σαν ενας μικρος ηλιος μεσα στο δωματιο τους. Υστερα σιγα – σιγα το φως αρχισε να εξασθενει ωσπου εσβησε τελειως και μαζι του εσβησε και η εικονα της Δαφνης, εμεινε μονο το αδυνατο φως απο την λαμπα πετρελειου, ο Νικολας και η γυναικα κοιταχτηκαν απορημενοι στο δωματιο ηταν μονο οι δυο τους και το μωρο, κανενα ιχνος της κοπελας, ολο και ολο δυο τρια λεπτα ειχε κρατησει το συμβαν, κοιταζονταν απορημενοι αλλα οχι τρομαγμενοι διοτι ενιωθαν μια ομορφη αισθηση γαληνης. Το μωρο αρχισε να κλαιει, ομως οχι το κλαμα του παιδιου που υποφερει αλλα το κλαμα του παιδιου που ανακουφιζεται απο κατι, ο Νικολας δυναμωσε την λαμπα πετρελαιου, η γυναικα του ετρεξε στο κρεββατακι του μωρου το οποιο τωρα σταματησε να κλαιει. » Νικολα, κοιτα » του ειπε η γυναικα του και εκλαιγε τωρα αυτη αλλα εκλαιγε απο χαρα, πηρε το παιδι στα χερια της, ο πυρετος του μωρου επεσε τελειως, τα μαγουλακια του πηρανε αμεσως χρωμα, το παιδι τους κοιτουσε και χαμογελουσε, κοιτα γυναικα» ειπε ο Νικολας, στο κρεββατακι του παιδιου υπηρχε κατι κοκκινο, η ζωνη της Δαφνης. Ποια ητανε ? Αναρωτηθηκαν και οι δυο, και τοτε καταλαβε, ετσι ηταν οπως τα ελεγε ο ανθυπολοχαγος. Η Νυμφη Δαφνη η κορη του Στρυμονα, η συνοδος του Μεγαλου Θεου Σαβαζιου, αυτος νωριτερα ζητησε απο τον Σαβαζιο βοηθεια και Θεος του εστειλε την εκλεκτη του Νυμφη.
Αυτη ηταν η που Κυριος της την εστειλε να κανει μια δουλεια, να σωσει το παιδι του. Θεραπευσε το παιδι του και αφησε την ζωνη της εις αναμνηση του θαυματος.

The following two tabs change content below.
Γιάννης Βισέρης

Γιάννης Βισέρης

Ο Γιάννης Βισέρης γεννήθηκε και ζει στο Βαμβακόφυτο Σερρών , επαγγελματικά ασκεί μασάζ και Ρείκι με τον Βαθμό Του Μάστερ. Ασχολείται χομπιστικα με την μελέτη της λαογραφίας
Γιάννης Βισέρης

Latest posts by Γιάννης Βισέρης (see all)

Related Posts

Tags

Share This